αθροισμος

αθροισμος
    ἀθροισμός
    атт. ἁθροισμός ὅ собрание, сбор
    

τοὺς ἀθροισμοὺς τοὺς ἐν τοῖς ὅπλοις παραγγέλλειν Polyb. — отдать приказ о сборе войсковых частей при оружии


Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "αθροισμος" в других словарях:

  • αθροισμός — ἀθροισμός, ο (Α) [ἀθροίζω] η άθροιση* …   Dictionary of Greek

  • ἀθροισμός — condensation masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθροισμοῖς — ἀθροισμός condensation masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθροισμοί — ἀθροισμός condensation masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθροισμοῦ — ἀθροισμός condensation masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθροισμῷ — ἀθροισμός condensation masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθροισμόν — ἀθροισμός condensation masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθροισμῶι — ἀθροισμῷ , ἀθροισμός condensation masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁθροισμούς — ἀθροισμούς , ἀθροισμός condensation masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁθροισμόν — ἀθροισμόν , ἀθροισμός condensation masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»